Λουκά Κατερίνα

 

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ

 

Εγκαίνια: Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 19:00 - 22:30

 

Διάρκεια έως 24 Οκτωβρίου 2026

 

 
Πληροφορίες

Οι Κοσμογονίες της Κατερίνας Λουκά


Οι ζωγράφοι ασχολούνται διαρκώς με το φως για να οργανώσουν τη φυσική ψευδαίσθηση του χώρου, να δημιουργήσουν ατμόσφαιρα ή να εντείνουν τη θεατρικότητα της σύνθεσης. Λιγότεροι, όμως, το ζωγραφίζουν ως αυτόνομο θέμα. Ο Mark Rothko το μελέτησε μέσα από την εσωτερική ακτινοβολία των χρωματικών πεδίων και ο Pierre Soulages από αντανακλαστικές ιδιότητες του μαύρου, ενώ ο Dan Flavin εγκατέλειψε τη ζωγραφική αναπαράσταση και χρησιμοποίησε το ηλεκτρικό φως ως εικαστικό υλικό. Ο ζωγράφος, δεν διαθέτει παρά τις χρωστικές ουσίες αφού στη ζωγραφική το φως δεν εκπέμπεται, αλλά κατασκευάζεται ως οπτική εμπειρία μέσα από τις τονικές αντιθέσεις, τις χρωματικές διαβαθμίσεις και την υλικότητα της επιφάνειας. Καθώς γίνεται αντιληπτό μόνο μέσα από όσα φωτίζει, όσα το αντανακλούν και όσα αφήνει στη σκιά, η ζωγραφική έρευνα του φωτός είναι αναπόφευκτα και έρευνα του σκοταδιού.

Με τη νέα σειρά έργων που φέρει τον τίτλο «Ρωγμές Φωτός» η Κατερίνα Λουκά στρέφεται προς το σύμπαν για να προσεγγίσει όσα παραμένουν αόρατα, ασταθή και απροσμέτρητα. Πλανητικές σφαίρες, νεφελώματα, φωτεινοί πυρήνες, σπειροειδείς κινήσεις και καμπυλώσεις που αν και δεν συνθέτουν έναν ακριβή εικονογραφημένο χάρτη του κοσμικού χώρου, εντούτοις γίνονται εικόνες μιας ζωγραφικής κοσμογονίας, στις οποίες η ύλη γεννιέται, διαρρηγνύεται και αδιάκοπα μεταμορφώνεται.

Η αφετηρία της σειράς βρίσκεται στη σύγχρονη αστροφυσική και κοσμολογία. Η γέννηση των άστρων, η εξέλιξη των νεφελωμάτων, οι γαλαξιακές δομές, η σκοτεινή ύλη, η ενέργεια και η καμπύλωση του χωροχρόνου παρέχουν στην καλλιτέχνιδα ένα λεξιλόγιο μορφών, κινήσεων και δυνάμεων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι η τιτλοφόρηση των έργων, έγινε με τη συμβολή αστροφυσικού. Έτσι, τίτλοι όπως Πρωτοάστρο, Κοσμική Αυγή, Βαρυτική Αλληλεπίδραση και Γαλαξιακή Σπειρογένεση προσανατολίζουν το βλέμμα προς μια κοσμολογική ανάγνωση, χωρίς να εξαντλούν την αμφισημία των εικόνων.

Η επιστημονική γνώση είναι, επομένως, για την καλλιτέχνιδα η θρυαλλίδα της φαντασίας που ενεργοποιεί συνειρμούς για τη δημιουργία, τον χρόνο, το άπειρο και τα όρια του ορατού. Η Λουκά χωρίς να επιδιώκει να αποδώσει με ακρίβεια ένα αστροφυσικό φαινόμενο μετασχηματίζει σε ζωγραφική εμπειρία το δέος και την αισθητηριακή ένταση που προκαλεί η αδυναμία πλήρους κατανόησης του σύμπαντος.

Τα έργα της εστιάζουν σ’ ένα  σύμπαν εν τω γίγνεσθαι. Οι ανάγλυφες πυκνώσεις, οι ρωγμές και οι τραχείες ζώνες προσδίνουν βάρος και υλικότητα στην επιφάνεια του μουσαμά, ενώ οι χρωματικές διαβαθμίσεις μοιάζουν να εξαϋλώνουν την ύλη. Η επιφάνεια του μουσαμά γίνεται ένα πεδίο δυνάμεων, στο οποίο η ύλη συσσωρεύεται, διαβρώνεται, διασπάται και ανασχηματίζεται μετατρέποντας τη ζωγραφική επιφάνεια σε συμβάν.

Στα έργα Ρωγμή Φωτός Ι, Ρωγμή Φωτός ΙΙ και Φλεγόμενος Μετεωρίτης, το φως εμφανίζεται σαν ακτινοβολία που διαρρηγνύει την ύλη ή αναδύεται από το εσωτερικό της. Δηλαδή, δεν φωτίζει απλώς μια ήδη σχηματισμένη μορφή, αλλά υπογραμμίζει τη στιγμή κατά την οποία η μορφή γίνεται ορατή. Στη Ρωγμή της Δημιουργίας, η φωτεινή τομή διασχίζει το συμπαγές σφαιρικό σώμα σαν να απελευθερώνει την ενέργεια που βρίσκεται εγκλωβισμένη μέσα του ή κυοφορείται στο εσωτερικό του, χωρίς να  αποσαφηνίζεται αν είναι ίχνος διάλυσης ή απαρχή μιας νέας συγκρότησης. Αυτή η αμφισημία αναδεικνύει τη ρωγμή σε κατώφλι ανάμεσα στη διάλυση και τη γένεση, εκεί όπου η διάσπαση της ύλης γίνεται συγχρόνως δυνατότητα μιας νέας μορφής. Η ρωγμή, ανακαλεί το βιβλικό «γενηθήτω φῶς», σαν μια πρωταρχική τομή μέσα στο αδιαμόρφωτο, από την οποία αρχίζει να συγκροτείται ο ορατός κόσμος.

Σε έργα όπως το Νεφέλωμα της Γένεσης, το Πρωτοάστρο και η Κοσμική Αυγή, η δημιουργία αποδίδεται ως σταδιακή μετάβαση από το αδιαμόρφωτο στη μορφή. Οι ατμοσφαιρικές χρωματικές περιοχές, τα ασαφή όρια και οι πυκνώσεις της ζωγραφικής ύλης δημιουργούν την εντύπωση ότι η εικόνα σχηματίζεται μπροστά στα μάτια του θεατή. Το φως δεν διαχωρίζεται πλήρως από το σκοτάδι, όπως μια μορφή που δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει την εμφάνισή της.

Στη Γαλαξιακή Σπειρογένεση, η περιστροφική φορά της σύνθεσης οδηγεί το βλέμμα προς έναν φωτεινό πυρήνα, ενώ στην Καμπύλωση οι καμπύλες ζώνες δημιουργούν την αίσθηση ενός πεδίου που παραμορφώνει τον χώρο γύρω του. Αντίστοιχα, στη Βαρυτική Αλληλεπίδραση, οι σφαιρικές μορφές παρουσιάζονται ως μέρη ενός συστήματος αμοιβαίων επιδράσεων. Ο ζωγραφικός χώρος παύει έτσι να είναι ένα κενό δοχείο και γίνεται ένα ενεργό πεδίο σχέσεων, μέσα στο οποίο κάθε μορφή επηρεάζει και επηρεάζεται από όσα την περιβάλλουν.

Η ζωγραφική ύλη γίνεται συγχρόνως ορατό σώμα και φορέας μιας άυλης ενέργειας, αναδεικνύοντας το θεμελιώδες παράδοξο με το οποίο αναμετράται η καλλιτέχνις, όταν επιχειρεί να αποδώσει το άυλο μέσα από την ύλη και το απεριόριστο μέσα στα πεπερασμένα όρια του πίνακα, όπως στο Διαδράσεις της Υλοενέργειας Ι και ΙΙ, με τις μορφές να εμφανίζονται σαν προσωρινές συμπυκνώσεις μιας ενέργειας που βρίσκεται σε αδιάκοπη κίνηση.

Το ίδιο παράδοξο αναπτύσσεται με διαφορετικό τρόπο στο Δίκτυο Αιθέριας Συμπαντικής Ύλης (Network of Ethereal Cosmic Matter). Το ακτινωτό δίκτυο  μπορεί να παραπέμπει στο κοσμικό δίκτυο των γαλαξιών και των νηματοειδών δομών όσο και σε ένα κύτταρο, έναν νευρικό ιστό ή ένα σύστημα ριζών. Ο μακρόκοσμος καθρεφτίζεται στον μικρόκοσμο, χωρίς να ταυτίζεται μαζί του. Το δίκτυο μετατρέπεται έτσι σε μια αλληγορία της αλληλεξάρτησης υπενθυμίζοντας ότι καμία μορφή δεν υφίσταται απομονωμένη, αλλά αποκτά υπόσταση μέσα από τις δυνάμεις και τις σχέσεις που τη συνδέουν με το σύνολο. Οι μορφές της λοιπόν, μπορούν να ιδωθούν ως γαλαξίες και νεφελώματα, και συγχρόνως ως κύτταρα, ιστοί, γεωλογικές τομές, πληγές ή εσωτερικά τοπία. Η αμφισημία αυτή απομακρύνει τα έργα από την κυριολεκτική αναπαράσταση του διαστήματος και μας αποκαλύπτει ότι το σύμπαν της Κατερίνας Λουκά δεν βρίσκεται αποκλειστικά «εκεί έξω» αλλά μπορεί να αναγνωστεί ταυτόχρονα και ως εικόνα ψυχικής ρήξης ή ανασυγκρότησης.

Όπως το φως συμμετέχει στη δημιουργία του κόσμου, έτσι και το σκοτάδι είναι η μήτρα του αδιαμόρφωτου. Το ένα προϋποθέτει το άλλο και μαζί συγκροτούν την ασταθή ισορροπία από την οποία γεννιέται η εικόνα. Η ίδια η καλλιτέχνις εντοπίζει σε αυτή τη μεταμόρφωση τον βασικό άξονα της αναζήτησής της, τη μετάβαση «από το σκοτάδι στο φως, από την ένταση στην αρμονία και από το άγνωστο σε μια νέα μορφή ομορφιάς». Ωστόσο, στα έργα, η αρμονία δεν καταργεί την ένταση και το φως δεν εξαλείφει το σκοτάδι. Η ομορφιά γεννιέται από την εύθραυστη συνύπαρξή τους.

Επομένως, οι Κοσμογονίες της Κατερίνας Λουκά δεν αφηγούνται μια οριστική δημιουργία του κόσμου αλλά παρουσιάζουν έναν κόσμο που δημιουργείται, διαλύεται και ανασχηματίζεται, με τις ρωγμές τους όχι μόνον σαν σημάδια φθοράς, αλλά περάσματα ενέργειας, τις πυκνώσεις σαν μεταβλητή ύλη και το σκοτάδι το πεδίο όπου κυοφορείται η μορφή. Σ’ αυτό το σύμπαν εν τω γίγνεσθαι, ο θεατής καλείται να αναγνωρίσει στις μεταμορφώσεις της ύλης τη δική του εμπειρία του χρόνου, της αβεβαιότητας, της φθοράς και της αναγέννησης. Η «ρωγμή φωτός» δεν είναι ένα απλό ζωγραφικό μοτίβο αλλά το όριο στο οποίο συναντιέται η κοσμική απεραντοσύνη με την ανθρώπινη συνείδηση.


Γιάννης Κολοκοτρώνης

Καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Δυτικής Τέχνης

Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών

Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

Photo Gallery

Χρησιμοποιείστε τα βελάκια για να δείτε μερικές φωτογραφίες της έκθεσης.